Πέμπτη 20 Σεπτεμβρίου 2012

Τα Ανείπωτα Μικρά



Θα πέσω μέσα σου , φυτική αμβροσία
Σπόρος πολύτιμος, ριγμένος από τον αιώνιο Σπορέα

φύλλο οξειδωμένο γλυκερά στου φθινόπωρο χρώμα αλαργινό
χόρεψε σε ουρανούς πελώριους , πριν πέσει στη ρωγμή χρόνου γήινου  

και τα σύννεφα στήσανε χορό στου ουρανού τα πιο αυλακωμένα κατάσπαρτα χωράφια
και το ένδυμα τους μια γαλαζοφόρα Φθινοπωρινή Άνοιξη , μελαγχολικά χαρούμενη πυξίδα
και ξεχύθηκαν χιλιάδες παπαρούνες ντροπαλά κατακόκκινες στου ορίζοντα το γκρίζο ναυάγιο
και οι λεμονανθοί σμίξανε σιωπηλά με τα σκυμμένα γιασεμιά μιας γλάστρας πλάι στην κληματίδα


Για να γεννηθεί από τον έρωτα μας η ποίηση

που Θ' αναβλύσει προς το θεό σα σπάνιο άνθος

Με αγάπησες

και τα πετούμενα αναποφάσιστα μείνανε να αιωρούνται, σπασμένες πυξίδες κραδαίνοντας
και οι γλάροι θέριεψαν σε κατάρτια που στυλώθηκαν ξανά, ταξίδι άπειρο με μέλι και δυόσμο 
και η βροχή, αυτή η αιώνια βροχή που δεσμώτη με βαστά, τρεχαλητό στου κάστρου το γαλάζο
και τα σίδερα παραδόθηκαν σε μια άπλετη φωτιά να λιώνουν καμπυλώνοντας την στερνή άρνηση

Ακούς ν' αντηχούν τα τραγούδια μιας Κυριακής
και η ελπίδα να κελαηδεί μες στο στήθος μου που τρέμει 

Με αγαπάς

και δε στερεύουν της θάλασσας οι κραδασμοί και των κυμάτων οι σειρήνες αναπαή δε βρήκαν
και μια φωτιά  κλείνει πονηρά το αμακιγιάριστο μάτι της , σπίθα στη βενζίνη ενός αύριο περαστικού 
και οι λέξεις ξεκουλουριάστηκαν μα μοχθηρά δε χαρακώνουν πια, κιτρινισμένου χαρτιού φοίνικες νεογέννητοι
και διαβαίνω τους ατέλειωτους αμπελώνες το νου σου , εκείνο το πέρα μυστικού θεού δυνάστη
κι η μια αλήθεια , καλώδιο γυμνό σε υδάτινη γούρνα , τους Μινώταυρους μου καρτερεί ν' αφανίσει

Με τους αγκώνες στο τραπέζι κι ανασκουμπωμένα μανίκια 
Θα με δοξάσεις  και τότε ευχαριστημένος θα'σαι

Θα με αγαπάς

και η πλάση θα καλοκαιριάζει με φωνές παιδιάστικες , με γιασεμιά και Άνοιξες σε φως μυστικό
και ένας ήλιος καυτός γητευτής θα ραντίζει πληγές παλιές να ξεφτίζουν, συμφιλίωση του χθες
και οι Εποχές θα με στροβιλίζουν , παρασέρνοντας με σε ένα απόλυτο χορό , με πατούσες πύρινες
και τα πρωτοβρόχια θα τραγουδούν και θα με γυρεύουν με μελωδίες αγγέλων και δίψα δαιμονική
και κήποι κατάσπαρτοι από της πεταλούδας τα έγχρωμα φτερά , εξορία και λυτρωμός του δρόμου άκρη 

Αυτή η φωνή που αναβλύζει κόμπο κόμπο
και εισδύει στα πιο σκοτεινά μου βάθη

Και σε όλα τούτα , τα ανείπωτα μικρά , τα σπάνια μεγάλα θα σε γυρεύω

Όταν ανθίζουν οι εποχές ,τότε που θεριέυουν οι ανεμώνες του γιαλού, 
βροχές ονειροπόλες έξω από τζάμι παγωμένο 
λιώσιμο χιονιού να ναι λευκό, στα βασανισμένα σοκάκια της γης , 
να καίει το κόκκινο του νου στις αδειανές πλακόστρωτες πλατείες 
να ενδύονται αγγελικά του νου οι πίδακες του τίποτα και των Πάντων

Σαν έπος πολύστιχο με γεμίζει
και με ευφραίνει σα φίλτρο, ανάγκη από λέξεις δεν έχει...

Ναι , για όλα τούτα , τα ανείπωτα, τα αληθινά, θα σε περιγράφω

Θα περιγράφω τα χέρια μου , στα δικά σου μέσα σα του γλάρου την απόκρημνη βουτιά
σα της φωνής σου την αλλιώτικη χροιά, θαλασσινό αέρα σαν κάνει το τελευταίο φως στην πλατεία
ως του εγώ μου την όμορφη γωνιά που αναβλύζει , σα των ματιών σου τους καθρέφτες ξελογιάζει

Και μέσα από όλα τούτα , τα αυτονόητα χαζά, της αμμουδιάς κουρελιασμένη νυχτικιά
και του βράχου το πιο υπέροχο μουρμουρητό και του βυθού το πιο ανελέητο κοχύλι
θα σε κρατώ , θα σ'αγαπώ, μόνο γιατί μ' αγάπησες εσύ

Ευαγγελία Χατζηδάκη 
Αποσπάσματα Charles Baudelaire
γιατί κάποτε αν μας αγαπήσουν κάνει ποίηση...Σ' ευχαριστώ..









Σάββατο 15 Σεπτεμβρίου 2012

Γαλάζιος Κύκλος


Γαλάζος  κύκλος το φιλί 

Σιωπηλής φιγούρας είδωλο, ικέτης γητευτής των γραμμών
στέκεται ήμερα κι ανασαίνει , εκεί που θεοί και δαίμονες πατούνε μόνο
και βάφει με το παράξενο φως του θάλασσα και ουρανό να μη στερεύουν
σα βόλτα τελευταία που δρόμο να μη γνωρίζει, μόνο  τ' άχρωμο να γιατρεύει

από το  κύμα ως τη σιωπή 

Τα μάτια στέγνωσαν του ορίζοντα το πιο βαθύ χαντάκι
κι η πιο θολή γραμμή τον ένωσε με της θάλασσας την γαλανή πλάνη
γιατί από όλες τις απάτες των οφθαλμών που η θάλασσα όλο φέρνει
το μόνο αληθινό γαλάζιο θωρώ όμηρος και δεσμώτη του τρόπου να κοιτάς

 και θα  ζητώ μα δε μιλώ

Θα σπάσω λοιπόν κι εγώ της θάλασσας και τ' ουρανού το μπλάβο
και σε μικρά θραύσματα θα συλλέξω από το φως τις τελευταίες τις στιγμές
να θωρείς,  όταν χρώμα  σου του ουρανού δανείζεις να σκεπάζει της πλάσης το πηγάδι
να νιώθεις, όταν μια δύναμη της θάλασσας ξεπουλάς να πλέει του χρόνου το ξύλινο σκαρί

τη μια στιγμή παραδομού πάντα θα την τσακίζω εδώ

Και θα σαλέψω της  θάλασσας τις απλωσιές που κύματα γεννούν
σα ο ουρανός στέλνει ανέμους αγγελιοφόρους, το αέρινο του να ψιθυρίζουν
και θα σπάσω των βράχων τα αιχμηρά περιστύλια και θα στρώσω τη γή με άμμο
να ξέρεις για που πετούν τ' απόδημα πετούμενα σαν οι Εποχές στροβιλίζοντας σε, αλλάζουν
να φωνάζεις στους θεούς και τις νεράιδες που σε θαλάσσιο δάσος σε σεργιανούν, το " θέλω"

μέσα στα χέρια εποχές που θέλω να ορίζω

Και τότε σβήσανε τα σκοτάδια και γαλήνεψε το φύλλο στα πόδια του νερού
κι η μικρή σιωπή θέριεψε και βρυχήθηκε,  ένας σπασμός φως, μια ρωγμή ποταμίσια
και έγινε μια αστραπή και έσβηναν τα σκοτάδια ακόμα στην τελευταία πορεία τ'ουρανού
και μια ξωτική μελωδία γιομάτη από φύλλα φθινοπωρινά ξεχύθηκε σε ότι γαλάζιο ντύθηκε

όλα ζουν μέσα σε όλα μου , το σκοτάδι να ξορκίζω

_____________________
Ευαγγελία Χατζηδάκη
Το εκπληκτικό έργο του Araujo Santoyo
Οι δε ευτελείς στίχοι, για μια απόλυτα γαλάζια ανάσα τ' ανέμου


Τρίτη 11 Σεπτεμβρίου 2012

Να Υπάρχεις


Να νιώθεις
Μια αντάμωση

Εκεί που οι γλάροι κατάρτια δε γυρεύουν
εκεί που και το σύννεφο χαρούμενο κρεμιέται
εκεί που η θάλασσα το γαλάζιο των ματιών σου ζήλεψε
εκεί που τα φύλλα χόρεψαν με τη βροχή στις χούφτες μας
εκεί που το φθινόπωρο τις Εποχές όλες μάζωξε και χόρεψε

Να γελάς
Μια Αίσθηση

στα σοκάκια που μύριζαν λεμονανθό τα χέρια σου
στη μελωδία που χόρεψε και χώρεσε το φεγγάρι μας
στις άκρες των δακτύλων σου φύλλο χαρτί και σύρμα
στα γέλια μας σε  πλατείες και σοκάκια , αμαρέτο γλυκόπικρο
στις κουβέντες που η θάλασσα ράντισε με την αλμύρα της


Να Υπάρχεις
Μια Ικεσία

από το τίποτα στο πολύ, ονείρου παραλήρημα
από τις Εποχές πιο πέρα από το στέρεο της γης μια στιγμή αγγελική 
από το χθες που όλα τα λάβωνε , ως το αιώνιο του νου το δύσβατο κελί
από του βράχου τη αιχμή και την αλμύρα , ως της σιωπής την πιο αέρινη κραυγή

Να Θέλεις
Μια Προσταγή

Λέξη μικρή , ναυάγιο μηδαμινό  του τίποτα που το πολύ περιθάλπει στοργικά
Ικέτης και πολεμιστής , ταξιδευτής και γητευτής, κουρσάρος του θέλω ο πραματευτής 
κι ισορροπία σε αστέρια κρεμάμενης βροχής που εποχή γυρεύει στης γης τις αισθήσεις 
και κραυγάζει και πυρά σπέρνει και θερίζει σε ποτάμια χρυσαφένια της καρδιάς μια ανάσα

Να Αγαπάς
Για όλα αυτά  Σ' Αγάπησα

Για το πριν που με χρώμα έβαψα για το τώρα που με κόπο ένοιωσα,
για το αύριο που θα δημιουργώ το γαλάζιο Φθινοπώρων που αρμένισες
για το ζεστό σπασμό του πρώτου και τελευταίου σου παιδιάστικου χαμόγελου
για το πεζό του λόγου που έκαμες μελωδία, για τις στιγμές που έκαμες ζέστη τ η βροχή

Να Γράφεις
Και Αγαπώ Ακόμα

της απουσίας , την απεγνωσμένη παρουσία όταν πλάι μου αγγίζω ν' ανασαίνει
αυτό που έβαψα , αυτό που έγραψα για σένα πριν έρθεις, για σένα που ήρθες
το μουσικό παφλασμό που αφήνει της θάλασσας των πελάγων το ασίγαστο μονοπάτι
κάθε μικρή η άπειρη διαδρομή του νου, όταν σιωπάει, αναδιπλώνεται, τεντώνεται να σε βρει


Να Υπάρχεις
Και Θα Σ' Αγαπώ

όταν σουλατσάρεις κι ανακατώνεις αιώνια τα χρώματα του νου
όταν χάνεσαι και δημιουργείς του ανθρώπου το εύθραυστο και δυνατό καλούπι
όταν κρύβεσαι και σκαρφίζεσαι ζωή  αβάσταχτα μικρή και πρόστυχα μεγάλη
όταν από το παράθυρο τρυπώνεις και ξέρεις να χωράς στης καληνύχτας το σκοτάδι

Να Ανασαίνεις
από το εδώ ως στο αιώνιο Ζωή

το χαρτί που τα γράμματα μου κουλουριάζονται σα μιλούν
τον άνεμο που μου σφραγίζει πληγές παλιές τα χνάρια σου σα μουρμουρά
τις στάλες που πλέουν πάνω στα ηλιοκαμένα μου φύλλα του Φθινοπώρου μου
στις τολμηρές βουτιές των δελφινιών σαν τη λήθη του γλάρου μου ξεγελούν

Ε. Χατζηδάκη 

-Υπέροχο το έργο του Gian Lorenzo Bernini , με την πάντα προσεγμένη λεπτομέρεια στην έκφραση του προσώπου και της κίνησης, από τους απόλυτους δημιουργούς μιας Εποχής Μπαρόκ [1598-1680]
-Απίθανος και ο Yiruma θα παίξει μια ονειρική μελωδία γιατί απλά ...It's your day..