Το πινέλο μου με κοιτά σκληρά
"βιάστηκες να πεις πως θα με υποτάξεις" χαχάνιζε
Σιώπα πια, με κούρασες
στα δύο θα σε σπάσω και θα ξεσκίσω
τον άκαρδο καμβά σου, του τίποτα ονειρευτής μου μοιάζει
"κι αυτόν το τρελό, τι τάχα θα τον κάμουμε
όλο εκεί κάθεται, στην γωνιά στο στήριγμα του τελάρου
αδραγμένος , χαλαρός , το πόδι πάνω σ'άλλο
μας κοιτά ειρωνικά και όλο χαμογελά μελαγχολικά
στο ένα του χέρι ακουμπά πάντα πλαγιαστά το πρόσωπο του
δεν είναι κι άσκημος , μα μας χαζεύει πάντα σιωπηλός και ξωτικό μου μοιάζει
με εκείνο το βλέμμα το άυλο, σαν να τρέφεται από τα χρώματα μου"
"Κι αν δε βάλω χρώμα? τότε ..θα φύγει άραγε ?"
απορία και τούτη για πινέλο...σιωπή λέω τώρα!
Ξύλινη και πύρινη φωνή έχεις πινέλο μου
κι αν σε σπάσω σε χίλια δυο κομμάτια απόψε δε θα φταίω
" γερνώ και μια πρεσβυωπία με ζυγώνει και με τρομάζει απόψε
βάλε χρώμα , όχι στάσου, βάλε χρώματα πολλά , τα μάτια μου να γευτούν
βάλτε μου χρώματα πολλά, να βουτήξω τα παγωμένα χέρια μου να τα ζεστάνω"
"μιλούνε και τα ξωτικά.." γκρίνιαζε το πινέλο
"γιατί όχι, αφού μιλούνε τα πινέλα " έλεγε πονηρά το κόκκινο
Το πινέλο τον κοιτά αποσβολωμένο, μα εγώ τον ξέρω και δε με πειράζει
ξένη δεν είναι η φωνή του, είναι ο Μάγος μου, ο δικός μου Μάγος
θεατής και εμπνευστής , γέρικος στα πρόθυρα πρεσβυωπίας και λίγο αλλοπαρμένος
μα δε με νοιάζει, ετούτη τη γωνιά του την χαρίζω πάντα, γιατί παρέα είναι καλή
κι από την άκρη του στο τελάρο τα χρώματα αφήνει να τον μαγεύουν δίχως σκέψη
άλλος κανείς να τον δει δεν μπορεί, μήτε και το πινέλο μου καθάρια δεν τον βλέπει
γι αυτό κάθε φορά ξυπάται στη φωνή του και μπερδεύει τα λάδια, και κάνει λάθη ,
τόσο λάθος πινελιές στον καμβά λες και ποτέ του δεν τον χάιδεψε με χρώμα πριν
'Μην τον φοβάσαι, αν φύγει αυτός θα φύγω κι εγώ και ο καμβάς
λευκός κι αόρατος , συμαζεμένα αμουντζούρωτος, μα ατελής θα μείνει"
"Ας μας πει τότε τι χρώμα τα μάτια του ζητούν πύλες για την ψυχή του" επέμενε το πινέλο
Σωληνάρια ολάκερα σώπασαν κι αφουγκράζονται
το πινέλο κοκάλωσε θαρρείς στα δάχτυλα μου κριμένο
κι ο άγραφος αμόλυντος καμβάς κλείνει πονηρά το μάτι
" Τι χρώματα ζητάτε, δε βλέπετε λοιπόν ? κανείς?
Ετούτος ο τρελός , όλα τα χρώματα μαζί του κουβαλάει
εποχές και αρώματα φορτωμένος , φως , νερό, πέταγμα...όλα!!!"
Και σάμπως δίκιο να χε ο καημός και η λαχτάρα του ανέγγιχτου καμβά
Και ξεχύθηκε βαθύ το κόκκινο από την ζέση της καρδιάς του
και σουρούπωσε με του δειλινού το μενεξεδί η μελαγχολία του νου του
και γένναγε την Ηω της αυγής το γλυκερό του στοχασμού του δάκρυ
κι απλώθηκε ηλιόλουστος καταγάλανος ο ουρανός σαν τα μάτια του του δάνειζε
και σχημάτισε το πέταγμα του γλάρου του λεύτερου αέρινου η σκέψη του
και υμνούσε όλες τις εποχές και τη άνθιση και χιόνι και την κάψα και τη δροσιά
και σαν ονειρευόταν δύο συννεφένιες μαγεμένες φιγούρες αποτυπώνονταν στον ουρανό
και τότε το κοίταξα και δάκρυσα, γιατί έπεφτε , έπεφτε νωχελικά
οσάν του Φθινοπώρου φύλλο νοτισμένο από πρωτοβρόχι
κι απλώθηκε στου καμβά την πλημμύρα των χρωμάτων
κι έγινε ένα , φύλλο παραδομένο στου Σεπτέμβρη τη αύρα τη γλυκιά
Σιωπή, μια γλυκιά βασανιστική σιωπή είχε απλωθεί τώρα
το πινέλο χάθηκε στην αγκαλιά του, το χρώμα γαλήνεψε θαρρείς
και ο καμβάς αποκοιμήθηκε πλημμυρισμένος με χρώματα
θαρρώ στο μεταίχμιο της γαλήνης τούτης τον έσφιξε και του ψιθύρισε ."μη φύγεις.."
Κι ο Μάγος έμεινε ...ένα με τα χρώματα , που τόσο αγαπούσε και τόσο ήταν ο ίδιος ..
κι από τότε πάντα εκεί σουλατσάρει , σε κάθε χρώμα αέρινο να βάφει της ζωής τ'αγέρι..






























