ακουγότανε το κύμα
βραδυνός διαβάτης κι αυτός
συντροφιά λατρεμένη στη μοναξιά
που τον κόσμο χαιδευει κι απόψε νοτισμένα
κι η βραδιά καλοκαιρινή, δίχως συννεφιά
σιωπηλό ερχόταν , ξάπλωνε στην αμμουδια μου
κι ύστερα άλλο κι άλλο κι άλλο κι ήρθαν πολλά
μουρμουριζαν με τη φωνή σου
τη ξέρω τούτη τη φωνή , σα καταράκτη
στου ονείρου μου τα βράχια κατρακυλά όταν σε ψαχνω
κι όλο κυλά στη αρχή γλυκερά και μετά , μετα γίνεται χείμαρος ορμητικός
παρασέρνει την ψυχή μου, τα ματια , την αφή μου, τις λέξεις μου
πριν προσκρουστεί στα βράχια των ματιών σου , των αιώνιων ποταμών μου




