Τετάρτη 10 Αυγούστου 2011

Ψύθιρος



ακουγότανε το κύμα

βραδυνός διαβάτης κι αυτός

συντροφιά λατρεμένη στη μοναξιά

που τον κόσμο χαιδευει κι απόψε νοτισμένα

κι η βραδιά καλοκαιρινή, δίχως συννεφιά

σιωπηλό ερχόταν , ξάπλωνε στην αμμουδια μου

κι ύστερα άλλο κι άλλο κι άλλο κι ήρθαν πολλά


μουρμουριζαν με τη φωνή σου

τη ξέρω τούτη τη φωνή , σα καταράκτη

στου ονείρου μου τα βράχια κατρακυλά όταν σε ψαχνω

κι όλο κυλά στη αρχή γλυκερά και μετά , μετα γίνεται χείμαρος ορμητικός

παρασέρνει την ψυχή μου, τα ματια , την αφή μου, τις λέξεις μου

πριν προσκρουστεί στα βράχια των ματιών σου , των αιώνιων ποταμών μου




Τρίτη 9 Αυγούστου 2011

Κυκλική Τροχιά



τι κοιτάς

γλάροι , πάλι πετάνε

σβούρες στον ουρανό λες και διαβαίνουν


μείνε κοίτα τους

εγώ κοιτώ τα πόδια μου τώρα

που λές και με πελώριες ρίζες καρφώθηκαν στην αμμο


το κύμα τα χαιδευει,

έρχεται , πάντα έρχεται, τα προσπερνά

μα όσο έρχεται, τόσο βουλιάζει και παρασέρνει την άμμο που πατώ


κάθε κύμα,

όλα τα κύματα κι ήρθαν πολλά

κλευουν κι από λίγη άμμο, λίγους κόκους κάθε φορά


οι πατούσες βούλιαζαν

μα εγώ κοιταγα , όπως εσύ τώρα , τους γλάρους

και την άμμο δε συλογιζόμουν που τελείωνε , όλο τελείωνε


και τότε ήταν που ήρθε

το κοιταγα στοικά να ρχεται μα δεν το βλεπα

οι βυθισμένες μου πατούσες , ισορροποία πια δεν βρίσκουν στη βορά του


πέφτω , κι όλο πέφτω

τώρα δε βλέπω τίποτα πια , μόνο τους γλάρους

τώρα βλέπω καθαρά το γέλιο στα σκαλινά τα ράμφοι τους


μουρμουράνε σιωπηλά


μη παλευεις

μη ματώνεις

δε θα σηκωθείς


τίποτε άλλο δε θα αξίζει πια

μόνο σε γραμή κυκλική τα μάτια σου να στεριώνεις

όσο με βουτιές τον άνεμο θα δαμάζουμε και κύκλους θα πετάμε


κι εγώ παράλυτα , εμεινα εκεί

κάρφωσα τα μάτια να κοιτώ των γλάρων τους κύκλους

πανω στην άμμο τη ζεστή, πλάι στο αλμυρό το κύμα που όλο πάει κι έρχεται




Δευτέρα 8 Αυγούστου 2011

Κι ο Δρόμος Μακρύς





μακρύς δρόμοςκενές φιγούρες σε δρόμο μακρύμόνες ,





αδέσποτες στου χάους την αγιάτρευτη βουή





φοβερός ο κρότος





πόσο κρότο μπορεί να κάνουν σαν τις θωρείς να προσπερνάνε





ένα τίποτα χρειάζεται κρότο τρομαχτηκό,





κάτι για να σημαίνει










ο δρόμος μάκραινε κι άλλο





μα μεσα στο χαμό, τυχερός πάντα να νοιώθεις





κάποιοι θα σταθούν, κάποιοι πάντα σταματούν, σιωπηλά, αθόρυβα





γαλήνη, χρόνος να νοιώσεις





δεν αφήνουν πατημασιές, λές και αέρινα κινούνται





δεν τρομάζουν με κρότο ξερό, γιατί δεν υποκρίνονται την ύπαρξη τους





υπάρχουν αθόρυβα





μηδε και ψάχνουν ανταλλάγματα εκεί για να υπάρχουν





ούτε με σπαθιά την υποταγή σου θα γυρέψουν





στοργικά συνταξιδιώτες σε ταξιδι άγνωρο θα σταθούν εκει,










φιγούρες σιωπηλα γαληνεμένες





μέσα στο σαματά και στον αξόδευτο κρότο των πολλών





κατάρτια τσακισμένα





μεσ' τη φουρτούνα καράβια με σπασμένα κατάρτια





εκεί θα αντέχουν καρτερικά να κρατηθείς





το κύμα σα χτυπά μες τη βουή του ανέμου










τυχερός αυτός που θα κοιτάξει και θα δει





παράτολμος αυτός που ότι θα δει θα καταλάβει





κι ο δρόμος πάντα μακρύς

Γλάροι



Τους κοίταζα σιωπηλα΄ μόνο μια σιωπή αρμόζει όταν μαγέυεσαι πως πέταγαν έτσι λες και ένας ασταμάτητος αγέρας χαράκωνε τις πτυχές των φτερών τους με μάτια πιο ψηλά από τουτο το ψέμα το μαγικό σας πέταγμα θα ικετεύω σιωπηλά από δω κάτω να ζυγιάζεται, να ταλαντώνεται λίγο πριν στην λευτεριά παραδωθεί πως πετάγανε έτσι॥ σιωπηλά, μοναχικά στο μαζί τους λες και τίποτα αγνωρο δεν ήταν, μηδε ο καιρός μηδέ ο χρόνος ισορροποία σε χώρο κενό λίγο πριν στον ορίζοντα χαθούν, όπως κάθε τι λέυτερο χάνεται με ένα αυλο τραγούδι θα δοξάσουνε τον ήλιο, το φεγγάρι, τη γαλήνη και τη θύελα ξεμακραίνου, χάνονται... σε λίγο ο ορίζοντας θα τους πάρει για πάντα αγκαλιά σε τόπους άλλους, της εναλλαγής δέσμια πετούμενα, γη δε θα προσκηνησουνε ποτές Συνέχισα να τους κοίταζα σιωπηλα΄ μόνο μια σιωπή αρμόζει στην αλήθει, δίχως τα λόγια που ψέυτικα μιλούν




Παρασκευή 5 Αυγούστου 2011

Σχεδόν Μακρά



Σχεδόν τελευταίο βλέμα
φωλιά αετίσια αχυρό της λήθης
στο τελευταίο ανυπεράσπιστο φως
κεραυνός και αστραπή κραδαίνουν τις αντοχες
και στα μάτια π'αλαργεύουνε στο απέραντο πέλαγο
το κρόξιμο των γλάρων το στερνό η μόνη παρέα στο ταξίδι

Σχεδόν κουτσό όνειρο
κάστρα φωτιάς παραδομένα
σε θάλασσα οργισμένη το κύμα διαφυγή
άμπωτη και παλλοίρια της στερνής φωνής ο ήχος
και στο δάκρυ που στεγνώνει λήθη οι νύχτες αναζητούν
μα είναι απέραντες θαρρείς και μόνη συντροφιά ο τελευταίος τ' ανέμου ψίθυρος

Κουτσό το όνειρο στο τελευταίο βλέμα
σκάλα πλωτή να ανεβαίνει στου σύνεφου την άκρη
στις φλόγες η θάλασσα παραδομένη και των γλάρων οι φτερούγες αιχμηρές
και τα ματια πνιγμένα σε καπνό κι ανταρα το τελευταίο φως του κάστρου αποσχίζουν
Που να κρύβεται μια αλήθει, τι να ζει σε παραμύθια
τι θα βρει αυριο η αυγή, που σε μια λήθη αρνείται να παραδοθεί
Σχεδόν φωτιά στο ουράνιο ταβάνι
σχεδόν κεραυνός στης καρδιάς τα σκοτεινά σοκάκια
σχεδόν η Ανοιξη που σύννεφα αλάνια στην αγκαλιά του ουρανού εκδικείται
σχεδόν μακρά , σχεδόν σιμά , ακριβώς στης πλάσης τούτης την απέραντη σκιά.....

Συρματόπλεγμα



Μη μιλάς ...σώπα..
άκου, εκεί στο θρόισμα
από τούτο τον τοίχο έρχεται..
είναι ο σοβάς χρόνια τώρα ξεφτίζει πρόστυχα
τι ντροπή..σιωπή σου λέω
τώρα άκου..πίσω από το σοβά ακου, ακου σου λέω..
είναι μια παλύνδρομη μουσική
το τραίνο στις ράγες , τι γυμνά που τρυπώνει ο ηχος του
βουίζει η ψυχή μου , όχι τουτο το τραίνο ας φύγει
σου είπα , στο είπα αμέτρητες φορές
να σφαλάς τους ήχους , με τρομάζουν
νοιώθω ξανά σα παιδί , τρέχω ξανα με γυμνές πατούσες
στασου, μη ..μη με πηγαίνεις εκεί
για να φτάσω τη μουριά , έχει συρματόπλεγμα
κι αυτός ο κρότος , πάλι αυτό ,
ο ίδιος ανελέητος κρότος
τόσος ήχος, τόσος πόνος
διάολε , όχι πάλι, ξανά και ξανά
γυμνά τα πόδια μου τώρα αφήνουν σημάδια αιμάτινα
που να ήταν αραγε που ξέχασα τα παπούτσια μου
το μόνο που ανακαλώ , θαρώ με στενέυανε
και τώρα τόσο αίμα, κοίτα τι κρίμα...
όχι δεν πονώ, έχω πια μάθει, μα με ενοχλεί τοσο αίμα
λες και είναι το σωστό να πονάνε τα πόδια τα λέυτερα παπουτσιών
λές και τούτος ο πόνος , είναι η μόνη λευτεριά μου
το αίμα όμως, τόσες κιλίδες
κι αυτός ο κρότος δε λέει να φυγει
όχι τώρα δεν είναι από τις ράγες του τραίνου
είναι πάλι ο ίδιος τρελός που χορευει στο ταβάνι
ναι κι αυτόν τον συνήθισα πια, λες και όσο καταχτυπά αναπνέω
λες κι ο κρότος είναι η ζωή μου, το οξυγόνο μου
μόλις πέσει η πρώτη βροχή, θα βγώ κι εγώ μαζί του
θα χορεψω με άδεια πόδια, στο τσίγκινο ταβάνι του
θα αναγκάσω όλες τούτες τις πληγές να ξεπλυθούν
όλες τους πληγές από τα συρματοπλέγματα
μετά , μετα θα δεις θα κόψω με πριόνι τη μουριά
θα την κομματιάζω , μέχρι λύτρωμού,
ως τη γαλήνη να νιωσω στι φλέβες μου
το μόνο που κάθεται και κάνει, είναι να μαζευει τζιτζίκια
τζι-τζι-τζι..λες και είναι καλοκαίρι κάπου πάνω από τούτη τη συννεφένια άχλη
είναι και η πυκνή δροσερή σκιά της που τραβά ακόμα τις αισθήσεις μου
ριζωμένη χρόνια σε τούτο τον κήπο, πλάι στις ράγες του τρένου
πίσω από τον τοίχο που ξεφλουδίζει πρόστυχα ασταμάτητα
κάτω από το ταβάνι με του τρελού το μελωδικό χορό....
πάλι μιλάς , δίχως να λες τίποτα
πάλι μιλάς , σου είπα σιώπα επιτέλους
λες τόσα πολλά που γίνεσαι θόρυβος
και τότε να σε ακούσω δεν μπορώ πια
σώπα, τώρα σώπα
τόσες λέξεις , δίχως να λες τίποτα
μιλάς και μιλάς , όλο μιλάς
ματώνεις τα αυτιά μου και σφαλάνε
πάψε πια
αφου σου είπα , τίποτα δε ταιριάζει με τον κρότο από τις ράγες πλάι στον τοίχο
μήπως δε σου είπα πως δεν ταιριάζουν τούτες οι λέξεις σου με τα βήματα του τρελού στο ταβάνι μου
η μηπως νόμισες πως θα ήτανε το τέλειο πλαίσιο για του σοβά που ακόμα ξεφλουδίζει...χα, τι έπαρση
πάψε , φωνή δεν έχει καμιά σου λέξη , δίχως άνεμο
το μόνο που αγγίζουν τα λόγια σου είναι οι αιχμές από το συρματόπλεγμα που πατώ
το μόνο που μου χαρίζουν κι άλλες πληγές αιχμηρές στις πατούσες μου που επιμένουν να πατούν
Μα δεν θα πάψεις, δε θα σιγάσεις
Και είναι τόσο αργα , αργά και τέταρτο, αργά και μισή, αργα και είκοσι σχεδόν
Σχεδόν .....αυριο παραπέντε...πως πέρασε έτσι η ώρα αλήθεια , ερήμην μου κι αυτή
Σχεδόν χάθηκε ....
Τότε ...Αυριο ακριβώς ...
ουτέ ένα δευτερόλεπτο παραπάνω, η παρακάτω, ανοιξα την πόρτα
σημάδια από τις κατακοκκινες πατούσες μου βάφουν βέλη στο πάτωμα
ανοιξα την πόρτα κι απλά περπάτησα...
κι ήταν αυριο , όχι σχεδόν πια μα ..ακριβώς...
..........................................................
Τώρα , τα πόδια μου τα χαιδευει το νερό του πελάγου
κανένας κρότος , μητε ένας θόρυβος, μόνο το κύμα μουρμουρα
μουρμουρά φτάνει σιμά μου στην αμμουδιά και λυτρώνει τις πληγές μου
κανένας περιττος ήχος , στην άκρη του μυαλού μου
μήτε τα άδεια λόγια σου, λες και γίνανε θρόισμα κι αυτά στις φυλλωσιές
τίποτα να με φτάσει πια δεν μπορεί, μητε του τρένου η περασιά η βαριά
μηδέ του τρελού ο χορός στο ταβάνι, που με τρόμαζε , θυμάσαι..
ταβάνι εδώ δεν έχει , μονάχα το γαλάζο τ'ουρανού μου που μόνο γλάροι το σμιλέυουνε
ράγες μείνανε μόνο οι κυματισμοί που χαιδευουνε του πελάγου τις γραμμές
εδώ , μόνο αμμος ξανθή, σέβεται και γιατρευει με την αφή της τις λαβωμές πατημασιές μου
εδώ που κανένα συρματόπλεγμα δεν θα μπίξει τις αιχμηρές ακρες του στη σάρκα που πατώ
κι είναι ....αύριο ακριβώς , π'έρα από το συρματόπλεγμα.....
[ Κοινωνία -ώρα σχεδόν μηδέν, ανθρωποι- ώρα τίποτα....και μισή ..ακριβώς !!!!!! ]

Κοκκινο Βαθύ





ο καμβάς κοιτόταν ανήμπορος
αφέντης του εαυτού του δεν ήταν
λες και το ξερε πως τη μοιρα του
τα χέρια μου την όριζαν, που τώρα τον αρνιόταν
μαυρο λάδι ποτισμένος
χρώμα διάφανο δάκρυ δεν του χε απομείνει
μα μελαγχωλικά ξαπώσταινε, λες και κάτι καρτερούσε
κοιτα με..
κοιτα πως με κατάντησες , μισο και γυμνό
και τουτο το μαυρο φτηνό σου πασάλειμα με πνίγει
κοιτα με ..
αν χρώματα δεν έχεις , γιατί με μαυρο με πνιξες
κι όλα αυτά τα πινέλα, κι η μεγάλη ψαθινη καλάθα με τα μαγικά σωληνάρια
αυτά που τίποτα δε μοιάζουν αν δε με κατοικήσουν
οργή
μια αργή οργή
απορία
μια στεγνή απορία
θυελα
μια συνειδητή θύελα
πρώτα ήταν κοκκινο, βαθύ , βασανιστικό κόκκινο
ύστερα ό νους έβαλε μικρές τοσο δα γραμμές κιτρινες
τόσο- όσο , να μην ονειρευτεί το φως που πληγώνει την αλήθεια
μια σιωπή
μια σιωπή που πάντα αρμόζει
στο τέλος , στην αρχή, στο πολύ, στο τίποτα
μια δύνη
ένας στρόβυλος στης ψυχής τα σοκάκια
σα βροχή που αρνείται να στεγνώσει, σα κατάρα που όλα τα παρασέρνει
μια δύνη...
μια δύνη πάνω από το μάυρο
δυό σκιές
δυό σκιές να γενούν ένα φως
ξανά σιωπή
ένα παράπονο βουβό
μια εξουσία που η λογική δε θα ορίσει
κοιτα με
κοιτα με καλά τώρα
εχω χρώμα , 'έχω φως , έχω τον κόσμο στα πόδια μου
κοιτα με
κοιτα με ξανά και ξανά
μια ζωή από χρώμα με αυλακώνει , ζω..
κοιταξα..
που χώρεσε όλο τουτο το κόκκινο
ποιος το βαλε μαρτυρικά στο μαυρο που τα όρια φυλάει
κοιταξα ξανά
τα δάχτυλα μου κατακόκκινα
τα πινέλα κι αυτά , ενα κόκκινο
ένα κόκκινο βαθύ , το σωστό του μαυρόυ παλέυει
κοκκινο, τόσο κόκκινο
και απορία έχω τωρα τι να ναι τάχα τούτο δω το χρώμα
είναι φως τούτο στα χέρια μου, η μήπως πληγές που γιατρεια γυρέυουν
είναι ψέμα η αλήθεια , ειπωμένα η ανείπωτα του κόκκινου τα καμώματα..
τούτα που τον καμβά με παράνοια ποτίζουν κι αυτός με μια χαρά σκορπά
οχι , οχι
πρέπει να βάλω μαυρο ξανά
ένα κόκινο δεν αρμόζει , όχι σε τούτο το ήρεμα νεκρικό μαυρο
οχι , δεν είναι χρώμα , μπερδευεται
κοιτώ και βλέπω το φως να παλευει ένα σκοτάδι
κοιτω , δε βλέπω πια , μια χαραξιά όλα , μια χαραξιά απειλητική
κι αυτό το κόκινο
ένα πρόστυχα ζωντανό , ανελέητα βαθύ κόκκινο
μια απάτη από φως , να ξεχνάς πως υπάρχει στις πιο βαθιές πληγές
μια απάτη από ένταση, να ξεχνάς πόσο αδειο το νου θα αφήσει στο τέλος της
Πήρα το πινέλο με χέρι σταθερό
ένα μαυρο αρμόζει εδώ , ένα μαυρο να θυμίζει τη πάλη
ένα μαυρο να θυμίζει τη σκιά που ένα κόκκινο βαθύ πάντα βάφει στο πέρασμα του
Δυό σκιές, που μια γίνονται
όταν από κόκινο βαθύ φωτίζονται θαρρείς
Ενα κόκκινο βαθύ που φως γίνεται
όταν δυο σκιές που μια γίνονται φωτίζει
Ενα κόκκινο βαθύ
πάθος , ζωή, σκοτάδι η πληγή....