smashing the cool water the ship demands the shore salvage
carrying its heavy contain with restless thoughts all the way up the shores
where is shore ? I demand to let go of all these dreams I carry
the curse, they shout out loud, they are burning my way on the waves
Στεκόταν εκεί , φορούσε κάτι κόκκινο, να ξεγελά ότι βούλιαζε στου νερού την απατηλότητα
τα μάτια είχαν στενέψει , σα τη γραμμή της μπλάυης θάλασσας πλάι στον αυρό κάτω από τους γλάρους
Δεν ήξερε τί καρτερούσε, δεν ήθελε πια να ξέρει, μηδε να σκέφτεται
μα ένοιωθε καλά κι αυτό αρκούσε, σαν το πιο αθώο ψέμα, σαν το πιο αγνωρο ταξίδι
I have no Kingdom to fight for, I allow no dreams to my nights
I just turn off the lights and I shrink to my losses, to my battles to my wars
I forgot to "want" ,can forgive no memories, I feel safe caressing my wounds till bleeding
I wish I could fly, to the coolest of the rain hights, to escape this burning , in the higher clouds
Δεν περίμενε τίποτα, απλός θεατής αγνάντευε τη θάλασσα παρέα με ένα δροσερό αεράκι
όλα έρχονταν, κι όλα χάνονταν σα τρένα που λίγο σταματούν , φορτώνοντας ασφυκτικά τα βαγόνια τους
Κι ό αφρός από το κύμα , γινόταν λευκός λες τωνγλάρων ζήλευε τις κάτασπρες φτερούγες
λικνιζότανε , χοροπήδαγε , μα λες και δέσμιο στην θάλασσα την μοίρα του την είχε πάρει απόφαση πια κι αυτός
κι η φιγούρα εκεί, σα αφουγκραστής των πλοίων των φορτωμένων που τραγουδούνε πάντα στη φυγή
ο γλάρος παρατηρεί , το κόκκινο που τη φιγούρα ντύνει τα μάτια τους αποπλανά σε μια νάρκη παράξενη τα σέρνει
red is the last line to draw, just before the salvation of the oblivion for ones heart and brain
Deep red , so unconditionally red ,like bood in vains, cutting though the flesh , reaching for the inner rivers
There he stood ,eyes fire carressing the blue sea water now, feeling a red line of a dream burning down the Sea Roads each breath, one step to the cliff of eternity, each heartbeat a red explosion of the vanity of longing for
The castle must be far behind now, the way of return is lost , thought the gull bird still flying over the scene
two figures were sharing the view now, the gull bird laught , for its senses knew , the ship was free, the wave calm
Στάθηκε λίγο ο γλάρος , ένα χαμόγελο στο άνοιγμα των φτερών του , ένα πετέρισμα στα μάτια του
μετά πέταξε μακριά τους, μακρία από το σκαρί, μακριά από το κόκκινο, μακρια από το μαζί, γιατί ήξερε
τώρα πέταγε στο ουρανό του με χαμογελαστές τα λευκά του ακροφτέρουγα ,
Οι φιγούρες μίκραιναν καθώς απομακρυνόταν, γίνονταν ένα , ένα μαζι αδιασπαστο
Κι ο γλάρος ήταν ο μόνος που ήξερε...
[Στις όποιες Ιθάκες και τα Κύθηρα , που κρατάνε πάντα κρυμένο στο "τόσο-όσο" τους κάτι βαθύ κόκκινο σα λάφυρο πολύτιμο , ένα φως , αυτές που σα ταξίδιων προορισμοί θα καθρευτίζουν πάντα το όνειρο που θα μας ανεβάζει λίγο πιο ψηλά από την πεζότητα της ζωής ετούτης.....
Στους όλους Εραστές του Ονείρου..]
carrying its heavy contain with restless thoughts all the way up the shores
where is shore ? I demand to let go of all these dreams I carry
the curse, they shout out loud, they are burning my way on the waves
Στεκόταν εκεί , φορούσε κάτι κόκκινο, να ξεγελά ότι βούλιαζε στου νερού την απατηλότητα
τα μάτια είχαν στενέψει , σα τη γραμμή της μπλάυης θάλασσας πλάι στον αυρό κάτω από τους γλάρους
Δεν ήξερε τί καρτερούσε, δεν ήθελε πια να ξέρει, μηδε να σκέφτεται
μα ένοιωθε καλά κι αυτό αρκούσε, σαν το πιο αθώο ψέμα, σαν το πιο αγνωρο ταξίδι
I have no Kingdom to fight for, I allow no dreams to my nights
I just turn off the lights and I shrink to my losses, to my battles to my wars
I forgot to "want" ,can forgive no memories, I feel safe caressing my wounds till bleeding
I wish I could fly, to the coolest of the rain hights, to escape this burning , in the higher clouds
Δεν περίμενε τίποτα, απλός θεατής αγνάντευε τη θάλασσα παρέα με ένα δροσερό αεράκι
όλα έρχονταν, κι όλα χάνονταν σα τρένα που λίγο σταματούν , φορτώνοντας ασφυκτικά τα βαγόνια τους
Κι ό αφρός από το κύμα , γινόταν λευκός λες τωνγλάρων ζήλευε τις κάτασπρες φτερούγες
λικνιζότανε , χοροπήδαγε , μα λες και δέσμιο στην θάλασσα την μοίρα του την είχε πάρει απόφαση πια κι αυτός
κι η φιγούρα εκεί, σα αφουγκραστής των πλοίων των φορτωμένων που τραγουδούνε πάντα στη φυγή
ο γλάρος παρατηρεί , το κόκκινο που τη φιγούρα ντύνει τα μάτια τους αποπλανά σε μια νάρκη παράξενη τα σέρνει
red is the last line to draw, just before the salvation of the oblivion for ones heart and brain
Deep red , so unconditionally red ,like bood in vains, cutting though the flesh , reaching for the inner rivers
There he stood ,eyes fire carressing the blue sea water now, feeling a red line of a dream burning down the Sea Roads each breath, one step to the cliff of eternity, each heartbeat a red explosion of the vanity of longing for
The castle must be far behind now, the way of return is lost , thought the gull bird still flying over the scene
two figures were sharing the view now, the gull bird laught , for its senses knew , the ship was free, the wave calm
Στάθηκε λίγο ο γλάρος , ένα χαμόγελο στο άνοιγμα των φτερών του , ένα πετέρισμα στα μάτια του
μετά πέταξε μακριά τους, μακρία από το σκαρί, μακριά από το κόκκινο, μακρια από το μαζί, γιατί ήξερε
τώρα πέταγε στο ουρανό του με χαμογελαστές τα λευκά του ακροφτέρουγα ,
Οι φιγούρες μίκραιναν καθώς απομακρυνόταν, γίνονταν ένα , ένα μαζι αδιασπαστο
Κι ο γλάρος ήταν ο μόνος που ήξερε...
[Στις όποιες Ιθάκες και τα Κύθηρα , που κρατάνε πάντα κρυμένο στο "τόσο-όσο" τους κάτι βαθύ κόκκινο σα λάφυρο πολύτιμο , ένα φως , αυτές που σα ταξίδιων προορισμοί θα καθρευτίζουν πάντα το όνειρο που θα μας ανεβάζει λίγο πιο ψηλά από την πεζότητα της ζωής ετούτης.....
Στους όλους Εραστές του Ονείρου..]

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου