Τρίτη 24 Ιανουαρίου 2012

Η Τίγρης & Εγώ [Μια Απλή Υπέρβαση]

ΣΣΣΣ...σιώπα
δεν ακούς , πλησιάζει πάλι
είναι η ώρα του τρόμου μου που ξυπνά


Στο είπα, να προπατείς αετίσια, μη σε αφουγραστεί
μη σε καταλάβει τώρα που στο υδάτινο κλουβί την σφάλιξα
μη θαρέυεσαι, κλειδί δεν έχει τόυτο το κλουβί και φοβούμαι, πάλι φοβούμαι τώρα


αφού σου είπα, κουζουλή γεννηθηκε και λέφτερα κινείται, ποιος να τηνε δαμάσει
είναι λιμάρα , με δόντια και νύχια ακονισμένα σε βράχια απόκρημνα  του πελάγου και στου νου μου τις πατημασιές
δε σκιάζεται ποτές της αν θεριέψει , ρίχνεται στο θανατικό, παλευει σκοτώνει και θάνατο δε σκιάζεται ποτές της


Μη, μη την ξυπνάς , την τρέμω
όταν αποτινάζει τις χείμερες της , πιο επικύνδινη θαρρείς σιμώνει ότι την ξυπνά
μη σπέρνεις τ'όνειρο της , κι ουρανό λογάται να φτάσει, με αετούς συντροφέυει τα σκαρφίσματα της


Μη, σε ικετέυω , κακό δε θα κάμει σε κανέναν άλλο
με όλους της που προπατεί , χαρά μεγάλη σπέρνει, τους μιλεί, τους γαλουχεί,
του κάστρου σα κοιτά τα υδάτινα μονοπάτια , ήμερη τη λογάς , ακύνδινη θαρρείς, καημούς πως γαληνεύει


Μα μη, προσθεού μη, μη μ'ένα κρότο την ξυπνάς
οι ήχοι την τρομάζουνε, τα δόντια της οπλίζουνε θαρρείς  για της καρδιάς το αίμα που την τρέφει
όλα σου τον ύπνο της τραντάσσουνε , τα νύχια της βράχο δε ζητούνε πια , μόνο του νου ουσία ζωντανή


Γιατί δε μ'ακούς, κοίτα την τώρα
ακροπατεί, με πλησιάζει, με κοιτά ίσια στα μάτια και ξέρουμε κι οι δυό μας
ήρθε η ώρα, η ώρα που χρόνια με τον τρόμο της ζω, την κανακευω , τη συγχωρώ , ίσα να με αφήνει να υπάρχω


Μη τρέχεις , κακό σε σένα  ποτές της δε λογάται
για μένα έρχεται σιμά, τρέφεται μόνο από μένα , από του νου τα κύταρα και της καρδιάς την ψίχα
τη δικιά μου καρδιά στοχάζεται, τα δόντια της σαν μπίχνει λαχτάρα την κυριέυει , μόνο για τη δική μου σάρκα


Μη σκιάζεσαι, για σε ποτέ δεν θα ρθει
το αίμα και το δάκρυ μου την τρέφει, ο φόβος κι ότι πόθησα την αποτρελαίνει
κοιτόντας με ίσια στα μάτια , θα χορτάσει πάλι από ότι στέκεται σε νου και καρδιά, ξανά και ξανά


Χρόνια την πάλευα , χρόνια θα την ξορκάω, η θα την κανακεύω
Να τη σκοτώσω όποτε θέλησα, αυτή γελούσε με ένα γέλιο ματωμένο απ' του ονείρου τη φλέβα
ξέρει θαρρείς πως ένα είμαστε οι δυό μας, ναι καλά το ξέρει τούτο, και θάνατος χώρια δε λογάται


Σώπα, τρέχα , τρέχα μακρια της
τώρα κοιτά κι εσένα, πρώτη φορά σε μένα μόνο δεν στρέφει τα μάτια της τα άπληστα
μα κοίτα γαληνεύει , κουρνίαζει , σε βλέπει, σε μυρίζει, στον άνεμο της σε καλοδέχεται και ημερεύει θαρρείς


σσσσσ....γαλήνεψε, στα πόδια σου γαλήνεψε
τώρα θαρρείς στην πέτσα της χωράει, εκεί που θα πρεπε είναι, συμφιλιώνεται, κουλουριάζεται, πλησιάζει
δε  φοβάμαι πια, αίμα και νου πια δε γυρεύγει,πλησιάζει κι άλλο, κι άλλο , ένα γενήκαμε ήμερο στον καθρέφτη σου


(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου