by Evangelia Hatzidaki on Monday, January 17, 2011 at 10:01pm
Αναρωτιόταν ο άνεμος, αλήτης και ταξιδευτής πάντα
κι απάνταγε το κύμα τ'αλμυρό, που για χάρη του τις θάλασσες διέσχιζε και πλανευε
γιατί στην αμμουδια , πατημασιές οι έρωτες αφήνουν?
γιατί πάντα κάποιος νοσταλγικά θα τις αναπολεί με του καιρού τη ρότα
γιατί το λιοβασίλεμα , την πλάση γαληνευει?
γιατί οι καρδιές που λαχταρούν , εκει αργά οδεύεουν, σε λήθαργο μελένιο
γιατί κι οι άθρωποι τολμούν , λάθοι ίδια να πράτουν?
γιατί είναι τόσο δα μικροί κι έμαθαν να φοβούνται, το φόβος τους να προσκηνουν τ'άλλα να τ'απαρνιούνται
γιατι μαθές και τα πουλιά στις φυλωσιές κοιμούνται?
γιατί σε τούτο το κλαδί, χέρι ενός τρελού Θεού κι αυτά αποπλανούνται
γιατί κουρσάροι μακρινοί, στο κάστρο μου γροικούνται?
γιατί άνεμε όσο φυσάς , αναπνοή θα δίνεις στου Ενετού τα κτίσματα , φαντάσματα αιώνια
γιατί κι οι γλάροι , αλητήριοι ανεπαμό δεν βρίσκουν ?
γιατί όσο εκεί ψηλά πετούν , του κόσμου το ψέμα δεν τους σκιάζει
γιατι, που όλα τα θωρείς , ο χρόνος να περνάει?
γιατί στο πέρασμα του, ότι άξιζε πάντα θα ζωντανεύει, κι ότι χαθεί αλαργινά τι λησμονια γυρέυει
γιατί κύμα μου δεν πονάς, η μέρα σα τελειώνει?
γιατί της λήθης δειλινό, ζωής ήλιο πρωινό πάντα θα φέρνει όσο υπάρχω αφού φύσηξες
Συλλογίστηκε ο άνεμος τα λόγια από το κύμα
λογική δεν είχανε , μα είχανε απάντηση, που ξένη δεν φαινόταν...
Εμεινε συλλλογισμένος και βουβός, έρμεο στοιχειωμένο
από της θάλασσας τα σοκάκια μια ανασα πιο ψηλά, το κύμα να θαυμάζει
για πες μου κύμα εσύ σοφό , τις θάλσσες που σχίζεις
τη δύναμη που έβρηκες εσύ του κόσμου αδύναμο στοιχιό , τόσο να ταξιδευεις?
Είναι που με συνάντησες το κύμμα απαντάει, ειναι που ορμή μου χάρησες στα πέρατα να φτάσω
είναι που φύσηξες εσύ μικρό εγώ σαν ήμουν, είναι που με ανάστησες όταν εγώ κοιμόμουν
είναι που όταν φοβόμουνα το είναι μου ξυπνούσες , είναι που δίχως καν βούλη, εμένα αγαπούσες...


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου