by Evangelia Hatzidaki on Saturday, January 15, 2011 at 5:36pm
Σύννεφα , ξαπλωμένα στου ορίζοντα το δρόμο
τόσο λευκα, τόσο νεογέννητα , τόσο ακίνδυνα σα παιδιά
χαιδευαν τις κορφές των κτιρίων που ξεχώριζαν στον ορίζοντα
λες και ακύνδινα μοιάζανε για το βαθύ μπλέ του ουρανιου ταβανιού
πέρναγαν τα λεπτά, τα μισάωρα, οι γεμάτες ώρες
τώρα μηδε μικρά , μηδε ακίνδυνα ηταν πια, μεγάλωναν κι αυτά σε ηληκία
πέρασε κι άλλη ώρα , ώρα σιωπής λες και αγνάντευαν τον κόσμο
και το λευκό άλλαζε, και το αθώο χαμόγελό τους γίνονταν βλοσυρό, σαν σκέψη
πέρναγε ο χρόνος και ερήμην των ματιών που στον ουρανό δεν στρέφονταν
άλλαζαν, σα παιδιά που να περπατούν μαθαίνουν πριν τρέξουν σε αλλάνες
και σαν τη δύναμη τους κατάλαβαν , ο ορίζοντας δεν τα βαστούσε πια
όλο το στερέωμα θέλησαν , όλο τον ουράνιο θόλο να καταλάβουν ξεκινούν
πέρασε ώρα, σκοτείνιασε και ο ουρανός τους ανήκε πια όλάκερος
αλλαζωνικά και αναίτια , θέλουνε να σπείρουνε σαματά, ένα κρότο, μια φωνή
και τότε ξέσπασαν , μια μπόρα
δυνατό, ασταμάτητο θαρείς , στοιχειό του ουρανου
θεριό ανήμερο , ανυπόταχτο αρχισε να βρυχάται , ως τη σιωπή
ξεχύθηκε με κρότο στο πλακώστρωτο, σε πλατείες , σε κεραμύδια
αφου είχε τον ουρανό, μπορούσε να χει τα πάντα
μια γκρίζα βροχή, να βάφει τα πάντα , να σπέρνει χειμώνα και ήχο
κι έμοιαζε μελωδία, σύννεφένιου άρχοντα που με ορμή σκορπά
και θύμιζε τραγούδι, οργισμένα όμορφο, στης νύχτας τη σιωπή
και ξύπναγε τα κλαδια των δέντρων που κοιμούνταν ήσυχα
κι ηταν καθαρτήριο στη σκόνη της ασφάλτου που ασάλευτη βούλιαζε
Μια γκρίζα βροχή, στου δρόμου τη σιγαλιά, ενα κόκκινο παλτό στο γκρίζο της σιωπής
ενας χειμώνας , τυλιγμένος με το διάφανο του χρόνου, να περπατά αμέρημνος στα ξασπρισμένα σοκάκια

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου