Ήταν νωρίς παρά, στεκόσουν εκεί
στη γωνιά από του ήλιου το χαμόγελο, στο φως
κι η μέρα εναλλασότανε κι έπαιζε με της νυκτιάς τα χρώματα
και το σύννεφο πίστευε στην τελευταία ακτίνα φωτός
κι οι γλάροι βουτούσαν τα όρια τους γυρεύοντας ακόμα
Η ώρα κυλούσε , ακόμα εκεί κι αυτή δε σταμάταγε
σιωπηλά, σε βαστούσε, σακάτης του δρόμου,δεσμιο του κουστουμιού
κι οι εποχές έφευγαν, έρχονταν, κύκλωναν το χρόνο
και τα κύματα παίζανε του αέρα και της κενότητας την παρτίδα
κι εγώ τυφλά καρτερούσα , όσα δεν άντεχα να αντιμετωπήσω
Ακριβώς !!
ακόμα εκεί? κι όλα πως τρέχουν να δεις..
κάτω από το κουστούμι, τι αγγίζει την τρωτή σου ανοία
κι οι μήνες και τα χρόνια
συρματόπλεγμα , ακίνητη με τύληγαν σιγα-σιγά
κι οι βροχές κι οι θύελες
αντάρα, καταχνιά τα μάτια να μη θωρούν
κι οι κάψες του πύρινου θέρους
ξεφλούδσμα στη σάρκα , να μη θέλει, να μην αναζήτα
Αργά και μισή
μια φιγούρα σχηματισμένη από ανεξήτηλη ενοχή
να είσαι εσύ, η ότι έμεινε από σένα να σχηματίζω
κι όλα άντεχουν ακόμα να κυλούν, ασταμάτητα
χαρακώνει τις κόρες των ματιών μου τούτη η ασταμάτητη ροή
εποχές αλλόκοτες, μήνες φευγαλέοι
νύχτες και μέρες ανόσιες, σιωπηλες τη μια, την άλλη θορυβώδεις
κρύα και ζέστες παλόμενα, σε μόνιμη εξέγερση
φως και σκοτάδι σε αναμέτρηση, γεροί και σακάτηδες σε παζάρι
Τόσο πολύ αργα και πέντε
και τίποτα δεν προμήνυσε στο παρα πέντε
κι εγώ πως να μην κοιτάξω το ρολόι κατάφερα, ως ο Καβάφης τα Τείχη του
Συρυκνώνεται η φιγούρα, πείσμα της θύμησης , ψέμα της λήθης
στερεύουν οι εποχές , τρέχουν και κρύβονται οι μήνες στις μνήμες
θριματίζονται των λέξεων οι θηλιές στης φιγούρας την ξέρα τώρα
Ήταν νωρίς , πήγε αργά
τα κύματα σκάγανε, οι νότες παραπονιόταν
οι γλάροι πείσμωναν, τα κατάρτια σπάγανε
Πήγε αργά, πολύ αργά
κι εγώ που ποτέ το ρολόι δεν αντεξα, να καταλάβω αρνήθηκα
(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη
στη γωνιά από του ήλιου το χαμόγελο, στο φως
κι η μέρα εναλλασότανε κι έπαιζε με της νυκτιάς τα χρώματα
και το σύννεφο πίστευε στην τελευταία ακτίνα φωτός
κι οι γλάροι βουτούσαν τα όρια τους γυρεύοντας ακόμα
Η ώρα κυλούσε , ακόμα εκεί κι αυτή δε σταμάταγε
σιωπηλά, σε βαστούσε, σακάτης του δρόμου,δεσμιο του κουστουμιού
κι οι εποχές έφευγαν, έρχονταν, κύκλωναν το χρόνο
και τα κύματα παίζανε του αέρα και της κενότητας την παρτίδα
κι εγώ τυφλά καρτερούσα , όσα δεν άντεχα να αντιμετωπήσω
Ακριβώς !!
ακόμα εκεί? κι όλα πως τρέχουν να δεις..
κάτω από το κουστούμι, τι αγγίζει την τρωτή σου ανοία
κι οι μήνες και τα χρόνια
συρματόπλεγμα , ακίνητη με τύληγαν σιγα-σιγά
κι οι βροχές κι οι θύελες
αντάρα, καταχνιά τα μάτια να μη θωρούν
κι οι κάψες του πύρινου θέρους
ξεφλούδσμα στη σάρκα , να μη θέλει, να μην αναζήτα
Αργά και μισή
μια φιγούρα σχηματισμένη από ανεξήτηλη ενοχή
να είσαι εσύ, η ότι έμεινε από σένα να σχηματίζω
κι όλα άντεχουν ακόμα να κυλούν, ασταμάτητα
χαρακώνει τις κόρες των ματιών μου τούτη η ασταμάτητη ροή
εποχές αλλόκοτες, μήνες φευγαλέοι
νύχτες και μέρες ανόσιες, σιωπηλες τη μια, την άλλη θορυβώδεις
κρύα και ζέστες παλόμενα, σε μόνιμη εξέγερση
φως και σκοτάδι σε αναμέτρηση, γεροί και σακάτηδες σε παζάρι
Τόσο πολύ αργα και πέντε
και τίποτα δεν προμήνυσε στο παρα πέντε
κι εγώ πως να μην κοιτάξω το ρολόι κατάφερα, ως ο Καβάφης τα Τείχη του
Συρυκνώνεται η φιγούρα, πείσμα της θύμησης , ψέμα της λήθης
στερεύουν οι εποχές , τρέχουν και κρύβονται οι μήνες στις μνήμες
θριματίζονται των λέξεων οι θηλιές στης φιγούρας την ξέρα τώρα
Ήταν νωρίς , πήγε αργά
τα κύματα σκάγανε, οι νότες παραπονιόταν
οι γλάροι πείσμωναν, τα κατάρτια σπάγανε
Πήγε αργά, πολύ αργά
κι εγώ που ποτέ το ρολόι δεν αντεξα, να καταλάβω αρνήθηκα
(c) Ευαγγελία Χατζηδάκη

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου