by Evangelia Hatzidaki on Wednesday, November 10, 2010 at 11:19pm
Αγνωρος και ξένος
κάτω από το βαρύ του χειμώνα σου παλτό
μετρας τις μπόρες , τις καταιγίδες, τους χειμώνες
κοιτάς
καθρέφτες , της βροχής οι στάλες
κι απόψε θα σε βασανίσουν, με εικόνες ξανά
ξένο είδωλο στων ματιών σου το θαλασένιο να πνίγεται
συλογάσαι
τι σε τρομάζει πιότερο τώρα
η μάσκα που χρόνια φοράς για τους άλλους
η το πόσο πειστικά την φοράς πια με τα χρόνια
αυτόυς που αβίαστα την πείστεψαν η εσέ που βολικά τη φόρεσες
σταματάς
θα την αποσπάσεις με πόνο
αβάσταχτη κίνηση, αφου πια στο πετσί έχει καλήσει
με τα χρόνια πεινασμένη η αλήθεια σου κουρνιάζει τρομαγμένη εκεί
γυμνός
κι αν την πέταξες από πάνω σου
τώρα η αλήθεια κι η ελευθερία σου με γύμνια πόσο μοιάζουν
μόνο οι στάλες της βροχής που δυναμώνουν σε νοιώθουν έτσι
βρέχει
τώρα πια βρέχει λυτρωτικά στο γυμνό εγώ σου πάνω
υγρό καθαρτήριο , σβήνει ότι με του συμβιβασμού το ψέυδος ντυνόταν
καθρέφτες ακόμα οι βροχερές σταγόνες, την ιερή μεταμόρφωση της ψυχής να δουν
μίλα
το δικό σου το εγώ πια σε κοιτά με ματια παρακλησεις
τούτο στους άλλους δε θα ανήκει ποτές, μόνο δίκό σου θα ναι
να νοιώθει μάθε του από την αρχή, να χαρίζεται λίγο, να ποθεί πολύ
κι αφήσου
να χαζευεις τον αφρό της θάλασσας στο πέρας του πλεούμενου
να απολαμβάνεις με σφαληχτά τα μάτια το αεράκι να τρυπώνει στο τελευταίο μετρό
να χαρίζεσαι σε μια άτσαλη πινελιά παιχνίδι, σε μια νότα που την ψυχή θα γαληνεύει
κοιτα ξανά
η βροχή σταμάτησε
ακούγεται μουσική, τα πάντα λούζονται χρώματα
ένα αεράκι φυσά ξανά νοχελικά και τώρα πια το νοιώθεις
νοιώσε
η βροχή σταμάτησε
οι μάσκες χάθηκαν παρασυρμένες στα ρυάκια της

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου